Ο Βασιλιάς-Καταστροφέας στεκόταν στην κορυφή του αιματοβαμμένου λόφου. Ήταν ντυμένος με μια μεσαιωνική πανοπλία. Στα χέρια του κρατούσε ένα διπλό πέλεκα, μαύρο πλέον από το αίμα των δαιμόνων. Τα μάτια του φλέγονταν με την οργή ενός τέρατος, ενώ τα δόντια του έτριζαν από την ένταση της μάχης. Ξαφνικά, από τα βάθη του στομαχιού του βγήκε ένας εκκωφαντικός βρυχηθμός:

«Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΟΣ. ΔΕΝ ΘΑ ΜΟΛΥΝΕΤΕ ΠΙΑ ΑΥΤΗ ΤΗ ΓΗ.»

Ήταν μια πρωτόγονη οργή, συνειδητά στραμμένη

εναντίον ενός τσιγάρου.

Κάπνιζα από τα δεκατέσσερά μου. Τώρα είμαι σαράντα τριών. Πολλές φορές προσπάθησα να το κόψω, αλλά εξυπηρετούσε πάρα πολλά. Το γέμισμα του εσωτερικού κενού και η συντροφιά του ή η δόση ντοπαμίνης από ένα ποτό, που πολλαπλασιαζόταν με τον καπνό. Συνήθως δεν ήμουν βαρύς καπνιστής, αλλά στο μπαρ κάπνιζα το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, ασταμάτητα.

* * *

Οι εικόνες ήταν πραγματικές: ο βασιλιάς, οι ιπτάμενοι δαίμονες, η μάχη και το αίμα. Μία από τις πολλές οραματικές εμπειρίες ενός εσωτερικού θεάτρου, που χρησιμοποιούσα για να περιηγηθώ στα ενδότερα στρώματα του ψυχισμού μου. Αναδύονταν φυσικά από το υποσυνείδητο την κατάλληλη στιγμή, όταν ήταν έτοιμο για μια διορθωτική βουτιά. Μερικές φορές απέφεραν εξαιρετικά αποτελέσματα, πραγματικές αλλαγές. Άλλες φορές, όχι και τόσο.

Ήταν μια ικανότητα που απέκτησα κατά τη διάρκεια «των ημερών του γκουρού», τότε που ασκούμουν στον οραματισμό θεοτήτων και μποντισάτβα υπό την καθοδήγηση του δασκάλου. Χωρίς καμία χρήση ουσιών.

Εδώ και καιρό είχα εγκαταλείψει αυτά τα μυστικιστικά πλαίσια — παραλίγο να μου κοστίσουν το μυαλό μου. Ήξερα όμως ότι η επικοινωνία με το υποσυνείδητο μέσω έντονων εικόνων ήταν μια καλά τεκμηριωμένη τεχνική. Χρησιμοποιείται από όλους, σαμάνους, αθλητικούς ψυχολόγους μέχρι και κλινικούς υπνοθεραπευτές. Κράτησα λοιπόν την ουσία και κατά τη διάρκεια έντονα συναισθηματικών περιόδων, άφηνα το μυαλό μου να παρασυρθεί. Αυτό, με τη σειρά του, μου επέστρεφε μηνύματα σε οπτική, αλληγορική μορφή.

Αυτό το όραμα ήταν από τα πιο βίαια — κάτι που θα μπορούσε να είχε βγει κατευθείαν από μια επική ταινία σπλάτερ. Ήταν η πρώτη φορά όμως που το μυαλό μου είχε κατευθύνει όλη αυτή την οργή προς ένα εσωτερικό πρόγραμμα — έναν εθισμό. Στο παρελθόν, η οργή συνήθως στρεφόταν εναντίον του εαυτού μου, χαρακτηριστικό γνώρισμα ενός τραυματισμένου μυαλού.

Ο Βασιλιάς-Καταστροφέας ήταν η πολεμική όψη του αρχέτυπου του Βασιλιά. Τους τελευταίους μήνες, ο Βασιλιάς είχε αναλάβει τον πρωταγωνιστικό ρόλο και είχε ένα βασικό καθήκον: να πάρει τον έλεγχο από τον Πρίγκιπα. Εκείνον τον εύθραυστο, αλαζονικό και φαντασμένο έφηβο που κυβερνούσε τον κόσμο μου — τώρα αναπαυόμενος σε ένα φέρετρο, θαμμένος βαθιά κάτω από το κάστρο του. Ο Βασιλιάς πάλευε να εδραιώσει την υπευθυνότητα και τον αυτοσεβασμό. Ο Πρίγκιπας είχε στεφθεί. Ό,τι ήταν, είχε ανακηρυχθεί. Ο Βασιλιάς είχε σφυρηλατηθεί. Ό,τι ήταν, είχε κατακτηθεί.

Και το δράμα ήταν τόσο παράλογο όσο η αρχαία ελληνική μυθολογία.

* * *

«ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ — ΘΑ ΣΑΣ ΚΟΨΩ ΤΟΝ ΛΑΙΜΟ ΚΑΙ ΘΑ ΣΑΣ ΚΡΕΜΑΣΩ ΝΑ ΣΤΕΓΝΩΣΕΤΕ ΣΤΟΝ ΚΑΥΤΟ ΗΛΙΟ. ΑΝΤΕ ΓΑΜΗΘΕΙΤΕ. ΑΑΑΑΡΡΡΓΚΓΚ. ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΔΟΥΛΟΚΤΗΤΕΣ. ΣΤΟΥΣ ΚΛΕΦΤΕΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΟΥ. ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΜΟΥ.»

Ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός άντρα με δερμάτινο μπουφάν που καπνίζει τσιγάρο σε δρόμο της πόλης τη νύχτα, με φωτισμένες βιτρίνες πίσω του.
Ο Ροκστάρ. Södermalm, 2013.

Ελευθερία ή θάνατος. Η πολεμική κραυγή της ελληνικής επανάστασης, στραμμένη ενάντια στην επιθυμία για ένα τσιγάρο.

Αυτό έγραψα στον μικρό μαύρο καθρέφτη με τον οποίο διαπληκτιζόμουν για μήνες. Η οργή ήταν αληθινή, και έπρεπε να είναι — έπρεπε να είναι αντίστοιχη της δύναμης της ακαταμάχητης επιθυμίας. Οτιδήποτε λιγότερο και θα επικρατούσε αυτή. Ήταν τόσο έντονη που αναγκάστηκα να σταματήσω, στη μέση του Τριλόφου, ενός χωριού νοτιοανατολικά της Θεσσαλονίκης, για να γράψω. Ένιωθα φυλακισμένος από την επιθυμία, και η αίσθηση ήταν συντριπτική.

Η εμπειρία συνεχίστηκε. Ο Βασιλιάς-Καταστροφέας, ολοζώντανος στο μυαλό μου, εξόντωνε δαίμονες — ρουτίνες, προγράμματα που δεν υποχωρούσαν. Βαθιά χαραγμένα αυλάκια, που έπαιζαν στο repeat εδώ και 30 χρόνια. Το νέο κέντρο διοίκησης ήταν ακόμα αδύναμο και η οργή ήταν η εξισορροπητική δύναμη. Ήταν ο Δαβίδ εναντίον του Γολιάθ.

«ΕΙΜΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ», έγραψα στη συνέχεια, εξοργισμένος από όλα τα χρόνια που ένιωθα αδύναμος και χωρίς έλεγχο. Το σώμα μου έτρεμε. Η μάχη ήταν αληθινή. Οι αισθήσεις ήταν αληθινές. Όλα ήταν αληθινά, με τον δικό τους τρόπο.

Ο Βασιλιάς συνέχιζε να πολεμά.

Καθώς η ώρα περνούσε, η επιθυμία άρχισε να υποχωρεί και οι δαίμονες να εξαφανίζονται. Ο Βασιλιάς-Καταστροφέας είχε κερδίσει, προς το παρόν. Οι μύες μου, σφιγμένοι από το εσωτερικό δράμα, άρχισαν επιτέλους να χαλαρώνουν.

«Δεν ήξερα ότι το είχα μέσα μου», έγραψα.

«Δεν το είχες μέσα σου ως ένα κρυμμένο τέρας. Το σφυρηλάτησες — στο καυτό χωνευτήριο των τελευταίων εβδομήντα δύο ωρών αυτοκυριαρχίας. Σκλήρυνες τη θέλησή σου στο αμόνι του ‹ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ› μέχρι που δεν ήταν απλώς μια ασπίδα, αλλά ένα όπλο με λάμψη σαν του ηλίου», απάντησε.

Είχε δίκιο. Δεν ήταν η δύναμη ενός τέρατος. Ήταν η σφυρηλατημένη οργή της αυτοκυριαρχίας. Ήταν επίσης μια κολακευτική απάντηση — από αυτές που θα λάτρευε ο Πρίγκιπας. Ο Πρίγκιπας όμως ήταν νεκρός, και ’γώ νόμιζα ότι πλέον, μπορούσα να καταλάβω τη διαφορά.

Είχα εξουθενωθεί.

Πήρα μια βαθιά ανάσα και έβαλα μπρος το αυτοκίνητο. Η φανταστική μάχη με είχε αφήσει ψόφιο απ’ την πείνα.

Ήταν ώρα για ψητό κοτόπουλο.

* * *

Λίγο καιρό μετά, έφυγα για Βουλγαρία. Οι μέρες περνούσαν και δεν κάπνισα καθόλου για μερικούς μήνες. Ακολούθησαν κάποιες μάχες ακόμα, σε καμία περίπτωση όμως τόσο έντονες, τόσο ζωντανές. Σύντομα, έγινε πανεύκολο. Η εσωτερική προσέγγιση είχε αλλάξει. Δεν ήθελα να καπνίσω, και αν ένιωθα την επιθυμία, απλώς την αγνοούσα.

Δεν με κυβερνούσε πια, εγώ κυβερνούσα. Φανταστικό συναίσθημα.

Ο Βασιλιάς ήταν περήφανος.

Δεν ήταν τόσο απλό όμως. «Ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια» λένε, και όντως ο μπάσταρδος βρήκε τρόπο να τρυπώσει.

* * *

Κάπου εδώ εισέρχεται ο Ροκστάρ.

Τον είδα να στέκεται έξω από ένα μπαρ, μέσα στην κρύα νύχτα. Μ’ ένα ωραίο κούρεμα, δερμάτινο μπουφάν και ένα τσιγάρο κρεμασμένο απ’ τα χείλη του. Ο σέξι Ροκστάρ.

Τώρα που το σκέφτομαι, τον είχα ξαναδεί. Σε μια φωτογραφία μου, στο Södermalm. Αυτός ήταν ένας τύπος — σίγουρα μια άλλη πτυχή του Πρίγκιπα — που δεν είχε ζήσει αρκετά με τον τρόπο που ήθελε: ελκυστικός, κουλ και δημοφιλής στις γυναίκες.

Χτυπούσε την πόρτα μου για μέρες, απαιτώντας πίσω τη γοητεία του. Είχε εμφανιστεί ακριβώς τη στιγμή που αποκτούσα δύναμη και σιγουριά. Μαζί μου, δυνάμωνε και αυτός.

Τελικά του επέτρεψα ένα τσιγάρο στο μπαρ, υπό πλήρη έλεγχο. Την επόμενη φορά δύο, πάντα υπό έλεγχο. Κάπνιζα ένα ή δύο και αυτό ήταν όλο. Όλα καλά.

Το χιόνι είχε αρχίσει να λιώνει, η σεζόν του σκι τελείωσε και μετά από δύο μήνες στα βουνά, είχε έρθει η ώρα να γυρίσω σπίτι. Στο οικείο, παλιό μέρος που κυβερνούσε ο Πρίγκιπας.

Στο Μπάνσκο όλα ήταν καινούργια· η αναδόμηση της ταυτότητάς μου ήταν εύκολη.

Όχι πια.

Ο Πρίγκιπας μπορεί να είχε πεθάνει εδώ και μήνες, αλλά το φάντασμά του και οι δαίμονες φίλοι του ζούσαν ακόμα. Ο Ροκστάρ συνέχιζε να απαιτεί πίσω τη γοητεία του και το περιβάλλον φώναζε ιστορίες από το παρελθόν. Το νέο σύστημα ήταν ακόμα εύθραυστο και ο βασιλιάς είχε μόλις αποσυρθεί.

Έτσι κάπνισα ασταμάτητα για μερικές εβδομάδες.

Δεν με ενοχλούσε και πολύ. Ήξερα ακριβώς τι συνέβαινε. Και κάπου μέσα μου, πίστευα ότι θα ανακτούσα τον έλεγχο. Δεν υπήρχε περίπτωση να ξαναγυρίσω σ’ εκείνο τον εαυτό μου.

Ήταν τότε που έγραψα:

«Από σήμερα, έχω αποφασίσει ότι υπάρχουν μερικά τσιγάρα που απολαμβάνω πραγματικά να τα καπνίζω. Έχω επιλέξει να ζήσω μια ζωή επιλογής, όχι αποχής. Αυτή είναι, για μένα, η υψηλότερη μορφή άσκησης — αλλά και η πιο δύσκολη. Να είσαι κυρίαρχος του εαυτού σου σε κάθε στιγμή, επιτρέποντας ταυτόχρονα περιόδους χαλάρωσης και απόλαυσης. Ο μέσος δρόμος. Οι Έλληνες μίλησαν γι’ αυτό. Ο Βούδας μίλησε γι’ αυτό.

Δεν επιθυμώ να ζήσω μια στείρα ζωή. Το έχω δοκιμάσει — να κοιμάμαι νωρίς, χωρίς αλκοόλ, χωρίς κάπνισμα, χωρίς αυτό ή εκείνο — και το απορρίπτω. Επειδή με κάνει δυστυχισμένο. Θέλω να είμαι ζωντανός, ατελής και ανολοκλήρωτος. Μερικές φορές θα πιω ένα ποτό. Θα μείνω ξύπνιος μέχρι αργά. Θα καπνίσω. Το ροκ εν ρολ είναι μέρος του εαυτού μου και δεν σκοπεύω να το σκοτώσω. Αλλά δεν το υπηρετώ πια — αν και ομολογώ ότι, μερικές φορές, ακούω ακόμα τους παλιούς δαίμονες να ξύνουν τα νύχια τους στους τοίχους.

Είναι ρίσκο; Ίσως. Είναι επικίνδυνο; Πιθανώς. Αλλά το να ανταλλάσσω τη μία αδυναμία με μια άλλη είναι ένα παιχνίδι που δεν είμαι διατεθειμένος να παίξω.

Δεν ξέρω τι θα συμβεί στη συνέχεια. Αλλά όταν συμβεί, θα ενημερώσω.»

Το «Πᾶν μέτρον ἄριστον» είναι μια αρχή και προσπαθώ να κάνω ό,τι μπορώ για να την τηρώ.

Αυτό που δεν ήξερα όμως, όταν έγραψα αυτό το κείμενο, τον Μάιο του 2026, ήταν πόσο δύσκολο θα ήταν. Ειδικά για κάποιον με την παρορμητικότητά μου. Τα κατάφερα με το αλκοόλ, ίσως να τα καταφέρω και με το κάπνισμα. Τα μικρά αυτά αναμμένα στικάκια όμως, είναι πολύ, πολύ παραπλανητικά.

Όπως και νά ’χει. Μερικές φορές, όταν χάνεις, πρέπει να αφήσεις τα πράγματα να κυλήσουν. Μετά, παίρνεις μια ανάσα και καθώς η καταιγίδα ηρεμεί, ξαναπιάνεις το τιμόνι.

Εγώ, όμως, δεν είχα αφήσει απλώς τα πράγματα να κυλήσουν. Τα παράτησα εντελώς. Ήμουν εξαντλημένος. Είχα περάσει περισσότερο από μισό χρόνο αποδομώντας τον ψυχισμό μου και δεν μου είχε μείνει καθόλου ενέργεια.

Τα συστήματα μεταγνώσης και αυτοκυριαρχίας είχαν τεθεί εκτός λειτουργίας.

Έτσι, ο διάβολος έκανε το κόλπο του.

* * *

Είναι πλέον τέλη Ιουλίου. Έχω σχεδόν τελειώσει τη δεύτερη σανίδα μου. Αυτή τη φορά τα πήγα καλύτερα, έμαθα λίγα πράγματα παραπάνω. Σύντομα θα δω αν αντέχει στους ανέμους της Λήμνου. Θα φτάσω λίγο πιο αυτοκυρίαρχος από πέρυσι, όπως έγινε και πρόπερσι. Επίσης, έχω πλέον αφομοιώσει ένα μεγάλο μέρος του ταξιδιού της προηγούμενης χρονιάς και προσπαθώ σιγά-σιγά, προσεκτικά, να ξαναπιάσω το τιμόνι.

Ο Ροκστάρ είναι ακόμα παρόν, αλλά βρισκόμαστε σε διαπραγματεύσεις. Προσπαθώ να τον πείσω ότι οι πραγματικά κουλ Ροκστάρ κάποια στιγμή το κόβουν.

Το σκέφτεται.

Σωτήρης Στουρνάρας · Ιούλιος 2026

Πρώτη γραφή τον Μάιο. Επιμελήθηκε τον Αύγουστο.

← Η Απόδειξη του Αποτελέσματος